ἐτήσιος

ἐτήσ-ιος, ον, and in Hp. η, ον: ([etym.] ἔτος):—
A lasting a year, πένθος οὐκ ἐ. E.Alc.336; προστασία f.l. in Th.2.80; ἐτησίους ἄρχειν to govern for a year, D.C.60.24.
2 annual,

ὧραι Plu.2.993e

;

θυσίαι Th.5.11

, etc., cf. SIG1024.24 ([place name] Myconus);

φόρος IG7.2227

([place name] Thisbe);

ἐτήσιοι πρόσιτ' ἀεί Cratin.23

; βορέαι ἐ., = ἐτησίαι, Arist.Pr.940a35;

ἐ. πνεύματα Arr.Ind.21.1

. Adv. -ίως Sch.Lyc. 107: neut. as Adv.,

τρυγόωσιν ἐτήσιον AP5.226

(Maced.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐτήσιος — lasting a year masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετήσιος — α, ο (ΑΜ ἐτήσιος, ον, Α ιων. τ. ἐτήσιος, ία ( ίη), ον) [έτος] 1. αυτός που διαρκεί ένα έτος («πένθος ἐτήσιον», Ευρ.) 2. αυτός που γίνεται κάθε χρόνο (α. «ετήσιες εξετάσεις» β. «ἐτησίους θυσίας», Θουκ.) νεοελλ. (για μισθό, εισοδήματα κ.λπ.) ο ενός …   Dictionary of Greek

  • ετήσιος — α, ο 1. αυτός που γίνεται με τη συμπλήρωση έτους: Ετήσιο μνημόσυνο. 2. που διαρκεί ένα έτος: Η θητεία των μελών του συμβουλίου είναι ετήσια. 3. αυτός που γίνεται κάθε χρόνο: Ετήσιες εξετάσεις. 4. αυτός που παρέχεται για όλο το χρόνο, που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ετήσιος — [этисиос] εκ. ежегодный, годовой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐτησίως — ἐτήσιος lasting a year adverbial ἐτήσιος lasting a year masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτήσιον — ἐτήσιος lasting a year masc/fem acc sg ἐτήσιος lasting a year neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτησίοις — ἐτήσιος lasting a year masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτησίου — ἐτήσιος lasting a year masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτησίους — ἐτήσιος lasting a year masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτησίων — ἐτήσιος lasting a year masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτησίῳ — ἐτήσιος lasting a year masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.